Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerplatzen
01
σκάω, εκρήγνυμαι
Plötzlich und mit Geräusch kaputtgehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
platzen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
zerplatze
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerplatzt
ενεστώτα μετοχή
zerplatzend
απλός αόριστος
zerplatzte
παθητική μετοχή
zerplatzt
Παραδείγματα
Die Wasserpfeife ist beim Erhitzen zerplatzt.
Το ναργιλέ έσπασε κατά τη θέρμανση.



























