Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerplatzen
01
σκάω, εκρήγνυμαι
Plötzlich und mit Geräusch kaputtgehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
platzen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
zerplatze
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerplatzt
ενεστώτα μετοχή
zerplatzend
απλός αόριστος
zerplatzte
παθητική μετοχή
zerplatzt
Παραδείγματα
Der aufgeblasene Beutel zerplatzte, als er auf einen Nagel fiel.
Το φουσκωμένο σακίδιο έσκασε όταν έπεσε σε ένα καρφί.



























