Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
werden
01
γίνομαι, μετατρέπομαι σε
Sich verändern oder entwickeln zu etwas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
werde
γ΄ ενικό πρόσωπο
wird
ενεστώτα μετοχή
werdend
απλός αόριστος
wurde
παθητική μετοχή
geworden
Παραδείγματα
Er wird Arzt.
Αυτός γίνεται γιατρός.
02
θα είναι, θα γίνει
Hilfsverb für die Bildung des Futurs und Passivs
Παραδείγματα
Ich werde morgen arbeiten.
Εγώ θα δουλέψω αύριο.



























