der weltkrieg
welt
ˈvɛlt
velt
krieg
kʁi:k
krik

Ορισμός και σημασία του "weltkrieg"στα γερμανικά

01

παγκόσμιος πόλεμος, παγκόσμια σύγκρουση

Ein großer Krieg, an dem viele Länder auf der ganzen Welt beteiligt sind 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
weltkriege
γενική πτώση
weltkrieg(e)s
Παραδείγματα
Der Erste Weltkrieg begann 1914. 

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε το 1914.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store