wandern
wandern
vandɐn
vandn
wandelnwundern

Ορισμός και σημασία του "wandern"στα γερμανικά

wandern
01

κάνω πεζοπορία, πραγματοποιώ μεγάλους πεζούς περιπάτους στη φύση

Längere Fußwanderungen in der Natur unternehmen 
wandern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wandere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wandert
ενεστώτα μετοχή
wandernd
απλός αόριστος
wanderte
παθητική μετοχή
gewandert
Παραδείγματα
Ich wandere gern am Wochenende. 

Μου αρέσει να κάνω πεζοπορία τα σαββατοκύριακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store