Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wandern
01
κάνω πεζοπορία, πραγματοποιώ μεγάλους πεζούς περιπάτους στη φύση
Längere Fußwanderungen in der Natur unternehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wandere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wandert
ενεστώτα μετοχή
wandernd
απλός αόριστος
wanderte
παθητική μετοχή
gewandert
Παραδείγματα
Wir sind 20 km durch den Wald gewandert.
Περπατήσαμε 20 χιλιόμετρα μέσα στο δάσος.



























