wandern
Pronunciation
/ˈvandɐn/

Ορισμός και σημασία του "wandern"στα γερμανικά

wandern
01

κάνω πεζοπορία, πραγματοποιώ μεγάλους πεζούς περιπάτους στη φύση

Längere Fußwanderungen in der Natur unternehmen
wandern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wandere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wandert
ενεστώτα μετοχή
wandernd
απλός αόριστος
wanderte
παθητική μετοχή
gewandert
Παραδείγματα
Wir sind 20 km durch den Wald gewandert.
Περπατήσαμε 20 χιλιόμετρα μέσα στο δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store