die Wand
Pronunciation
/vant/

Ορισμός και σημασία του "wand"στα γερμανικά

Die Wand
[gender: feminine]
01

τοίχος, τείχος

Senkrechte Fläche, die einen Raum begrenzt
die Wand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wand
πληθυντικός τύπος
Wände
Παραδείγματα
Hinter der Wand ist das Schlafzimmer.
Ο τοίχος βρίσκεται πίσω από το υπνοδωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store