wandeln
Pronunciation
/ˈvandl̩n/

Ορισμός και σημασία του "wandeln"στα γερμανικά

wandeln
[past form: wandelte]
01

αλλάζω, μεταμορφώνομαι

Sich allmählich verändern oder in etwas anderes übergehen
wandeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wandele
γ΄ ενικό πρόσωπο
wandelt
ενεστώτα μετοχή
wandelnd
απλός αόριστος
wandelte
παθητική μετοχή
gewandelt
Παραδείγματα
Die Gesellschaft wandelt sich ständig.
Η κοινωνία αλλάζει συνεχώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store