Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wandeln
[past form: wandelte]
01
αλλάζω, μεταμορφώνομαι
Sich allmählich verändern oder in etwas anderes übergehen
Παραδείγματα
Die Gesellschaft wandelt sich ständig.
Η κοινωνία αλλάζει συνεχώς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αλλάζω, μεταμορφώνομαι