Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wandeln
01
αλλάζω, μεταμορφώνομαι
Sich allmählich verändern oder in etwas anderes übergehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wandele
γ΄ ενικό πρόσωπο
wandelt
ενεστώτα μετοχή
wandelnd
απλός αόριστος
wandelte
παθητική μετοχή
gewandelt
Παραδείγματα
Das Klima wandelt sich durch den menschlichen Einfluss.
Το κλίμα μεταμορφώνεται λόγω της ανθρώπινης επιρροής.



























