völlig
Pronunciation
/ˈfœlɪç/

Ορισμός και σημασία του "völlig"στα γερμανικά

01

εντελώς, ολοκληρωτικά

In vollem Maße, ohne Einschränkung oder Rest
völlig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Er hat die Situation völlig falsch verstanden.
Έχει εντελώς παρεξηγήσει την κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store