Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
völlig
01
εντελώς, ολοκληρωτικά
In vollem Maße, ohne Einschränkung oder Rest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Er hat die Situation völlig falsch verstanden.
Έχει εντελώς παρεξηγήσει την κατάσταση.



























