Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorübergehend
01
προσωρινός, παροδικός
Für eine begrenzte Zeitdauer gültig oder vorhanden
Παραδείγματα
Das Problem ist nur vorübergehend.
Το πρόβλημα είναι μόνο προσωρινό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσωρινός, παροδικός