vortäuschen

Ορισμός και σημασία του "vortäuschen"στα γερμανικά

vortäuschen
01

προσποιούμαι

Etwas so tun, als ob es wahr wäre
vortäuschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
täuschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
täusche vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
täuscht vor
ενεστώτα μετοχή
vortäuschend
απλός αόριστος
täuschte vor
παθητική μετοχή
vorgetäuscht
Παραδείγματα
Er täuschte vor, mehr Geld zu haben.
Προσποιήθηκε ότι έχει περισσότερα χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store