Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorteilhaft
01
einen Vorteil bietend oder positiv wirkend
γραμματικές πληροφορίες
υπερθετικός βαθμός
vorteilhaftesten
συγκριτικός βαθμός
vorteilhafter
Παραδείγματα
Die neue Regelung ist für alle Beteiligten vorteilhaft.
LanGeek



























