Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Vorurteil
[gender: neuter]
01
προκατάληψη, προδικασμένη άποψη
Eine falsche oder unfaire Meinung über Menschen oder Dinge
Παραδείγματα
Das Vorurteil wurde widerlegt.
Η προκατάληψη αναιρέθηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προκατάληψη, προδικασμένη άποψη