das vorurteil
vorurteil
fo:ɐ̯ʔʊʁtaɪ̯l
fooortail
vorteil

Ορισμός και σημασία του "vorurteil"στα γερμανικά

01

προκατάληψη, προδικασμένη άποψη

Eine falsche oder unfaire Meinung über Menschen oder Dinge 
das Vorurteil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vorurteil(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorurteile
Παραδείγματα
Das Vorurteil gegen Ausländer ist unfair. 

Η προκατάληψη κατά των αλλοδαπών είναι άδικη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store