Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorhaben
01
έχω την πρόθεση, σχεδιάζω
Etwas planen oder beabsichtigen zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
haben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat vor
ενεστώτα μετοχή
vorhabend
απλός αόριστος
hatte vor
παθητική μετοχή
vorgehabt
Παραδείγματα
Hast du vor, lange zu bleiben?
Έχεις σκοπό να μείνεις πολύ καιρό ;
Das Vorhaben
[gender: neuter]
01
έργο, σχέδιο
Ein geplanter Vorgang oder eine Absicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vorhabens
πληθυντικός τύπος
Vorhaben
Παραδείγματα
Sie sprachen über ihre Vorhaben für das neue Jahr.
Μίλησαν για τα σχέδιά τους για το νέο έτος.



























