vorhaben
vor
ˈfo:ɐ
φο
ha
ha:
χα
ben
bɐn
μπν
vorgebenvorhaltenvorhanden

Ορισμός και σημασία του "vorhaben"στα γερμανικά

vorhaben
01

έχω την πρόθεση, σχεδιάζω

Etwas planen oder beabsichtigen zu tun 
vorhaben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
haben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat vor
ενεστώτα μετοχή
vorhabend
απλός αόριστος
hatte vor
παθητική μετοχή
vorgehabt
Παραδείγματα
Was hast du am Wochenende vor? 

Τι σχεδιάζεις να κάνεις αυτό το σαββατοκύριακο ;

01

έργο, σχέδιο

Ein geplanter Vorgang oder eine Absicht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Vorhaben
γενική πτώση
Vorhabens
Παραδείγματα
Das ist ein wichtiges Vorhaben für unsere Firma. 

Αυτό είναι ένα σημαντικό έργο για την εταιρεία μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store