Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorher
01
προηγουμένως, πριν από αυτό
Bezieht sich auf ein Ereignis vor einem anderen
Παραδείγματα
Lass uns vorher noch tanken.
Πριν, ας βάλουμε καύσιμα.
02
προηγουμένως, πριν
Zu einem früheren Zeitpunkt
Παραδείγματα
Vorher war das Problem nicht da.
Πριν, το πρόβλημα δεν ήταν εκεί.


























