vorkommen
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯ˌkɔmən/

Ορισμός και σημασία του "vorkommen"στα γερμανικά

vorkommen
01

συμβαίνει, λαμβάνει χώρα

Etwas passiert oder geschieht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt vor
ενεστώτα μετοχή
vorkommend
απλός αόριστος
kam vor
παθητική μετοχή
vorgekommen
Παραδείγματα
Wie konnte dieser Fehler nur vorkommen?
Πώς μπόρεσε αυτό το λάθος να συμβεί ;

Λεξικό Δέντρο

vorkommen

vor

+

kommen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store