vorkommen
vorkommen
fo:ɐ̯kɔmən
fokawmēn
vorankommenvollkommen

Ορισμός και σημασία του "vorkommen"στα γερμανικά

vorkommen
01

συμβαίνει, λαμβάνει χώρα

Etwas passiert oder geschieht 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt vor
ενεστώτα μετοχή
vorkommend
απλός αόριστος
kam vor
παθητική μετοχή
vorgekommen
Παραδείγματα
Solche Unfälle kommen hier häufig vor. 

Τέτοια ατυχήματα συμβαίνουν συχνά εδώ.

Λεξικό Δέντρο

vorkommen

vor

+

kommen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store