Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voraussagen
01
προβλέπω, προφητεύω
Etwas auf der Grundlage von Daten, Erfahrungen oder Intuition für die Zukunft erwarten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
voraus
βασικό ρήμα
sagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage voraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt voraus
ενεστώτα μετοχή
voraussagend
απλός αόριστος
sagte voraus
παθητική μετοχή
vorausgesagt
Παραδείγματα
Die Software sagt Verkehrsstaus voraus.
Το λογισμικό προβλέπει κυκλοφοριακές συμφορήσεις.



























