Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Veränderung
01
αλλαγή, μετασχηματισμός
Der Prozess oder Ergebnis, wenn etwas anders wird oder gemacht wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Veränderungen
γενική πτώση
Veränderung
Παραδείγματα
Die Veränderung des Klimas betrifft uns alle.
Η αλλαγή του κλίματος μας αφορά όλους.
LanGeek



























