die Veränderung
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʔɛndəʀʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "veränderung"στα γερμανικά

Die Veränderung
[gender: feminine]
01

αλλαγή, μετασχηματισμός

Der Prozess oder Ergebnis, wenn etwas anders wird oder gemacht wird
die Veränderung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Veränderung
πληθυντικός τύπος
Veränderungen
Παραδείγματα
Langsame Veränderungen sind oft nachhaltiger.
Οι αργές αλλαγές είναι συχνά πιο βιώσιμες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store