Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verändern
01
αλλάζω, τροποποιώ
Etwas anders machen oder ändern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
ändern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verändere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verändert
ενεστώτα μετοχή
verändernd
απλός αόριστος
veränderte
παθητική μετοχή
verändert
Παραδείγματα
Technologie verändert die Art, wie wir leben.
Η τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο που ζούμε.
02
αλλάζω, μεταβάλλω
Sich selbst oder etwas verändert sich, es wird anders
Παραδείγματα
Die Situation hat sich zum Guten verändert.
Η κατάσταση έχει αλλάξει προς το καλύτερο.



























