Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verzehren
01
καταναλώνω, τρώω
Etwas essen oder trinken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zehren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verzehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzehrt
ενεστώτα μετοχή
verzehrend
απλός αόριστος
verzehrte
παθητική μετοχή
verzehrt
Παραδείγματα
In diesem Restaurant werden lokale Produkte verzehrt.
Σε αυτό το εστιατόριο, τα τοπικά προϊόντα καταναλώνονται.



























