verzehren
verzehren
fɛɐ̯tse:ʁɐn
fetsern
verrührenverehrenverzierenvermehren

Ορισμός και σημασία του "verzehren"στα γερμανικά

verzehren
01

καταναλώνω, τρώω

Etwas essen oder trinken 
verzehren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zehren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verzehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzehrt
ενεστώτα μετοχή
verzehrend
απλός αόριστος
verzehrte
παθητική μετοχή
verzehrt
Παραδείγματα
Er verzehrte sein Abendessen in Ruhe. 

Αυτός κατανάλωνε το δείπνο του με ηρεμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store