verwöhnen
verwöhnen
fɛɐ̯vø:nən
feveunēn
verwarnenversöhnen

Ορισμός και σημασία του "verwöhnen"στα γερμανικά

verwöhnen
01

κακομαθαίνω, χαϊδεύω

Jemandem übermäßige Zuwendung, Geschenke oder Luxus geben, oft bis es negative Folgen hat 
verwöhnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
wöhnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwöhne
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwöhnt
ενεστώτα μετοχή
verwöhnend
απλός αόριστος
verwöhnte
παθητική μετοχή
verwöhnt
Παραδείγματα
Sie verwöhnt ihre Kinder mit zu vielen Geschenken. 

Αυτή κακομαθαίνει τα παιδιά της με πάρα πολλά δώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store