Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verwöhnen
01
κακομαθαίνω, χαϊδεύω
Jemandem übermäßige Zuwendung, Geschenke oder Luxus geben, oft bis es negative Folgen hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
wöhnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwöhne
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwöhnt
ενεστώτα μετοχή
verwöhnend
απλός αόριστος
verwöhnte
παθητική μετοχή
verwöhnt
Παραδείγματα
Mein Mann hat mich zum Geburtstag verwöhnt.
Ο σύζυγός μου με καταχώνιασε στα γενέθλιά μου.



























