verwählen
verwählen
fɛɐ̯vɛ:lɐn
feveln
verfehlenverzählenvermählenverweilen

Ορισμός και σημασία του "verwählen"στα γερμανικά

verwählen
01

καλέσω λάθος αριθμό, μιλήσω κατά λάθος με λάθος άτομο

Eine falsche Telefonnummer wählen oder versehentlich mit der falschen Person telefonieren 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwählt
ενεστώτα μετοχή
verwählend
απλός αόριστος
verwählte
παθητική μετοχή
verwählt
Παραδείγματα
Entschuldigung, ich habe mich verwählt! 

Συγγνώμη, πήρα λάθος νούμερο!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store