verwählen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈvɛːlən/

Ορισμός και σημασία του "verwählen"στα γερμανικά

verwählen
[past form: verwählte]
01

καλέσω λάθος αριθμό, μιλήσω κατά λάθος με λάθος άτομο

Eine falsche Telefonnummer wählen oder versehentlich mit der falschen Person telefonieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwählt
ενεστώτα μετοχή
verwählend
απλός αόριστος
verwählte
παθητική μετοχή
verwählt
Παραδείγματα
Sie rief ihre Freundin an, aber verwählte sich und landete bei einer Fremden.
Τηλεφώνησε στη φίλη της, αλλά πληκτρολόγησε λάθος αριθμό και βρέθηκε με μια ξένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store