Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verwechseln
01
συγχέω, παραληρώ
Zwei Personen, Dinge oder Begriffe fälschlicherweise für einander halten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
wechseln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwechsle
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwechselt
ενεστώτα μετοχή
verwechselnd
απλός αόριστος
verwechselte
παθητική μετοχή
verwechselt
Παραδείγματα
Er hat mich mit seinem Bruder verwechselt.
Με παρέπεμψε με τον αδελφό του.



























