verwechseln
verwechseln
fɛɐ̯vɛksəln
feveksēln

Ορισμός και σημασία του "verwechseln"στα γερμανικά

verwechseln
01

συγχέω, παραληρώ

Zwei Personen, Dinge oder Begriffe fälschlicherweise für einander halten 
verwechseln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
wechseln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwechsle
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwechselt
ενεστώτα μετοχή
verwechselnd
απλός αόριστος
verwechselte
παθητική μετοχή
verwechselt
Παραδείγματα
Ich habe Salz mit Zucker verwechselt! 

Μπέρδεψα το αλάτι με τη ζάχαρη !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store