vertreten
vertreten
fɛɐ̯tʁe:tən
fetretēn
vertragenverbietenvertröstenvertreiben

Ορισμός και σημασία του "vertreten"στα γερμανικά

vertreten
01

αντιπροσωπεύω, αντικαθιστώ

Jemanden oder etwas anstelle von jemand anderem vertreten 
vertreten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vertrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
vertritt
ενεστώτα μετοχή
vertretend
απλός αόριστος
vertrat
παθητική μετοχή
vertreten
Παραδείγματα
Er vertritt die Firma auf der Messe. 

Αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία στην έκθεση.

01

παρών, αντιπροσωπευόμενος

Anwesend oder vertreten sein 
vertreten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Alle Mitglieder sind vertreten. 

Όλα τα μέλη εκπροσωπούνται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store