Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vertreten
01
αντιπροσωπεύω, αντικαθιστώ
Jemanden oder etwas anstelle von jemand anderem vertreten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vertrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
vertritt
ενεστώτα μετοχή
vertretend
απλός αόριστος
vertrat
παθητική μετοχή
vertreten
Παραδείγματα
Das Team wird den Verein im Wettbewerb vertreten.
Η ομάδα θα εκπροσωπήσει τον σύλλογο στον διαγωνισμό.
vertreten
01
παρών, αντιπροσωπευόμενος
Anwesend oder vertreten sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Im Ausschuss sind alle Parteien vertreten.
Στην επιτροπή, όλα τα κόμματα εκπροσωπούνται.



























