Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verunsicherung
01
αβεβαιότητα, αμφιβολία
Ein Zustand der Unsicherheit oder des Zweifels, bei dem man sich nicht sicher oder entschlossen fühlt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Verunsicherung
πληθυντικός τύπος
Verunsicherungen
Παραδείγματα
Die neuen Regeln verursachen große Verunsicherung bei den Mitarbeitern.
Οι νέοι κανόνες προκαλούν μεγάλη αβεβαιότητα στους εργαζόμενους.



























