verreisen
verreisen
fɛʁʁaɪ̯sn
ferraisn
verwaisenvereisenverweisenverrenken

Ορισμός και σημασία του "verreisen"στα γερμανικά

verreisen
01

ταξιδεύω, φεύγω για ταξίδι

Für eine Zeit an einen anderen Ort reisen, oft zum Urlaub 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
reisen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
verreist
ενεστώτα μετοχή
verreisend
απλός αόριστος
verreiste
παθητική μετοχή
verreist
Παραδείγματα
Wir verreisen nächste Woche nach Italien. 

Ταξιδεύουμε στην Ιταλία την επόμενη εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store