Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verreisen
01
ταξιδεύω, φεύγω για ταξίδι
Für eine Zeit an einen anderen Ort reisen, oft zum Urlaub
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
reisen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
verreist
ενεστώτα μετοχή
verreisend
απλός αόριστος
verreiste
παθητική μετοχή
verreist
Παραδείγματα
Nach der Schule verreisen wir in den Ferien.
Μετά το σχολείο, ταξιδεύουμε κατά τις διακοπές.



























