Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verpflegen
01
ταΐζω, παρέχω τροφή
Jemandem regelmäßig oder für eine bestimmte Zeit Essen und Trinken geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
pflegen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verpflege
γ΄ ενικό πρόσωπο
verpflegt
ενεστώτα μετοχή
verpflegend
απλός αόριστος
verpflegte
παθητική μετοχή
verpflegt
Παραδείγματα
Die Soldaten werden vom Militär verpflegt.
Οι στρατιώτες τροφοδοτούνται από τον στρατό.



























