verpflegen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈpfleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "verpflegen"στα γερμανικά

verpflegen
01

ταΐζω, παρέχω τροφή

Jemandem regelmäßig oder für eine bestimmte Zeit Essen und Trinken geben
verpflegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
pflegen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verpflege
γ΄ ενικό πρόσωπο
verpflegt
ενεστώτα μετοχή
verpflegend
απλός αόριστος
verpflegte
παθητική μετοχή
verpflegt
Παραδείγματα
Die Soldaten werden vom Militär verpflegt.
Οι στρατιώτες τροφοδοτούνται από τον στρατό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store