verlängern
verlängern
fɛɐ̯lɛngɐn
felengn
verringern

Ορισμός και σημασία του "verlängern"στα γερμανικά

verlängern
01

παρατείνω, επιμηκύνω

Etwas länger machen oder größer in der Länge 
verlängern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
längern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlängere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlängert
ενεστώτα μετοχή
verlängernd
απλός αόριστος
verlängerte
παθητική μετοχή
verlängert
Παραδείγματα
Wir müssen den Vertrag verlängern. 

Πρέπει να επιμηκύνουμε τη σύμβαση.

02

παρατείνω, ανανεώνω

Eine Frist oder Gültigkeit länger machen 
Παραδείγματα
Ich möchte meinen Pass verlängern. 

Θέλω να ανανεώσω το διαβατήριό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store