verlängern
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈlɛŋɐn/

Ορισμός και σημασία του "verlängern"στα γερμανικά

verlängern
01

παρατείνω, επιμηκύνω

Etwas länger machen oder größer in der Länge
verlängern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
längern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlängere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlängert
ενεστώτα μετοχή
verlängernd
απλός αόριστος
verlängerte
παθητική μετοχή
verlängert
Παραδείγματα
Der Lehrer verlängerte die Prüfung.
Ο δάσκαλος παράτασε την εξέταση.
02

παρατείνω, ανανεώνω

Eine Frist oder Gültigkeit länger machen
Παραδείγματα
Wir verlängern die Garantie um ein Jahr.
Επεκτείνουμε την εγγύηση κατά ένα χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store