Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlockend
01
δελεαστικός, γοητευτικός
Etwas, das sehr attraktiv erscheint und zum Zugreifen oder Mitmachen verleitet
Παραδείγματα
Die Aussicht auf Beförderung ist verlockend.
Η προοπτική προαγωγής είναι δελεαστική.


























