Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlockend
01
δελεαστικός, γοητευτικός
Etwas, das sehr attraktiv erscheint und zum Zugreifen oder Mitmachen verleitet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verlockendsten
συγκριτικός βαθμός
verlockender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Aussicht auf Beförderung ist verlockend.
Η προοπτική προαγωγής είναι δελεαστική.



























