Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlieren
01
χάνω, αποκτώ
Etwas nicht mehr finden können
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verliert
ενεστώτα μετοχή
verlierend
απλός αόριστος
verlor
παθητική μετοχή
verloren
Παραδείγματα
Hast du das Buch verloren?
Έχασες το βιβλίο;
02
χάνω
Etwas nicht mehr haben oder bekommen
Παραδείγματα
Er hat viel Geld verloren.
Έχει χάσει πολλά χρήματα.
03
χάνω, ηττώμαι
Bei einem Spiel oder Wettbewerb nicht gewinnen
Παραδείγματα
Wer verliert, muss zahlen.
Αυτός που χάνει πρέπει να πληρώσει.



























