Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich verletzen
[past form: verletzte]
01
τραυματίζομαι, βλάπτω τον εαυτό μου
Sich wehtun oder den Körper beschädigen
Παραδείγματα
Wir dürfen uns nicht verletzen.
Δεν πρέπει να τραυματιστούμε.
02
τραυματίζω
Jemandem körperlichen Schaden zufügen
Παραδείγματα
Du hast mich verletzt!
Με τραυμάτισες !


























