Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlaufen
01
χανομαι
Den Weg verlieren
Παραδείγματα
Pass auf, dass du dich nicht verlaufst!
Πρόσεχε να μην χαθείς !
02
διατρέχω, εκτείνομαι
Eine Richtung oder Verlauf haben
Παραδείγματα
Der Wanderweg verläuft durch den Wald.
Το μονοπάτι πεζοπορίας διέρχεται από το δάσος.


























