verlaufen
verlaufen
fɛɐ̯laʊ̯fɐn
felawfn
verlangenversaufenverlassenverkaufen

Ορισμός και σημασία του "verlaufen"στα γερμανικά

verlaufen
01

χανομαι

Den Weg verlieren 
verlaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
verlaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verläuft
ενεστώτα μετοχή
verlaufend
απλός αόριστος
verlief
παθητική μετοχή
verlaufen
Παραδείγματα
Die Kinder haben sich im Park verlaufen. 

Τα παιδιά χάθηκαν στο πάρκο.

02

διατρέχω, εκτείνομαι

Eine Richtung oder Verlauf haben 
verlaufen definition and meaning
Παραδείγματα
Die Autobahn verläuft parallel zur Küste. 

Ο αυτοκινητόδρομος διασχίζει παράλληλα με την ακτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store