Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlaufen
01
χανομαι
Den Weg verlieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
verlaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verläuft
ενεστώτα μετοχή
verlaufend
απλός αόριστος
verlief
παθητική μετοχή
verlaufen
Παραδείγματα
Pass auf, dass du dich nicht verlaufst!
Πρόσεχε να μην χαθείς !
02
διατρέχω, εκτείνομαι
Eine Richtung oder Verlauf haben
Παραδείγματα
Der Wanderweg verläuft durch den Wald.
Το μονοπάτι πεζοπορίας διέρχεται από το δάσος.



























