verlaufen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈlaʊ̯fn̩/

Ορισμός και σημασία του "verlaufen"στα γερμανικά

verlaufen
01

χανομαι

Den Weg verlieren
verlaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
verlaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verläuft
ενεστώτα μετοχή
verlaufend
απλός αόριστος
verlief
παθητική μετοχή
verlaufen
Παραδείγματα
Pass auf, dass du dich nicht verlaufst!
Πρόσεχε να μην χαθείς !
02

διατρέχω, εκτείνομαι

Eine Richtung oder Verlauf haben
verlaufen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Wanderweg verläuft durch den Wald.
Το μονοπάτι πεζοπορίας διέρχεται από το δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store