Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlieben
01
ερωτεύομαι, εμπλέκομαι
Für jemanden plötzlich starke Liebe empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
lieben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verliebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verliebt
ενεστώτα μετοχή
verliebend
απλός αόριστος
verliebte
παθητική μετοχή
verliebt
Παραδείγματα
Wir haben uns im Urlaub verliebt.
Ερωτευτήκαμε στις διακοπές.



























