Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlangen
01
απαιτώ, ζητώ
Etwas energisch oder förmlich fordern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
langen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlange
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlangt
ενεστώτα μετοχή
verlangend
απλός αόριστος
verlangte
παθητική μετοχή
verlangt
Παραδείγματα
Die Arbeiter verlangen höhere Löhne.
Οι εργαζόμενοι απαιτούν υψηλότερους μισθούς.
02
απαιτώ, ζητώ
Ein dringendes Bedürfnis nach etwas oder jemandem haben
Παραδείγματα
Das Baby verlangt nach seiner Mutter.
Το μωρό απαιτεί τη μητέρα του.



























