Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhindern
01
αποτρέπω, εμποδίζω
Etwas Unerwünschtes stoppen oder unmöglich machen, bevor es geschieht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
hindern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verhindere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verhindert
ενεστώτα μετοχή
verhindernd
απλός αόριστος
verhinderte
παθητική μετοχή
verhindert
Παραδείγματα
Seine schnelle Reaktion verhinderte einen Unfall.
Η γρήγορη αντίδρασή του απέτρεψε ένα ατύχημα.



























