Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhören
01
ανακρίνω, υποβάλλω σε ανάκριση
Jemanden durch Fragen und Befragungen Informationen entlocken, meist durch Polizei oder Behörden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verhöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verhört
ενεστώτα μετοχή
verhörend
απλός αόριστος
verhörte
παθητική μετοχή
verhört
Παραδείγματα
Die Polizei verhörte den Zeugen zum Unfall.
Η αστυνομία ανακρίνει τον μάρτυρα για το ατύχημα.
02
ακούω λάθος, παρανοώ αυτά που ακούω
Etwas falsch hören oder missverstehen
Παραδείγματα
Ich glaube, ich habe mich verhört.
Νομίζω ότι άκουσα λάθος.



























