Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhelfen
[past form: verhalf]
01
βοηθώ να αποκτήσει, διευκολύνω την πρόσβαση σε
Jemandem zu etwas verhelfen
Παραδείγματα
Seine Ausdauer verhalf ihm zum Erfolg.
Η επιμονή του του βοήθησε να επιτύχει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βοηθώ να αποκτήσει, διευκολύνω την πρόσβαση σε