verhelfen
verhelfen
fɛɐ̯hɛlfən
fehelfēn

Ορισμός και σημασία του "verhelfen"στα γερμανικά

verhelfen
01

βοηθώ να αποκτήσει, διευκολύνω την πρόσβαση σε

Jemandem zu etwas verhelfen 
verhelfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
helfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verhelfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verhilft
ενεστώτα μετοχή
verhelfend
απλός αόριστος
verhalf
παθητική μετοχή
verholfen
Παραδείγματα
Sein Talent verhalf ihm zum Durchbruch. 

Το ταλέντο του του βοήθησε να πετύχει την ανακάλυψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store