verheiratet
verheiratet
fɛɐ̯haɪ̯ʁatət
fehairatēt

Ορισμός και σημασία του "verheiratet"στα γερμανικά

verheiratet
01

παντρεμένος, συζυγικός

Durch Ehe verbunden 
verheiratet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich bin seit fünf Jahren verheiratet. 

Είμαι παντρεμένος εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store