Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhalten
01
συμπεριφέρομαι, ενεργώ
In einer bestimmten Situation auf eine bestimmte Weise handeln oder sich benehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verhalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verhält
ενεστώτα μετοχή
verhaltend
απλός αόριστος
verhielt
παθητική μετοχή
verhalten
Παραδείγματα
Ich weiß nicht, wie ich mich verhalten soll.
Δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ.
Das Verhalten
01
συμπεριφορά, στάση
Die Art und Weise, wie sich jemand in bestimmten Situationen benimmt oder handelt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Verhaltens
πληθυντικός τύπος
Verhalten
Παραδείγματα
Ihr Verhalten hat alle beeindruckt.
Η συμπεριφορά της εντυπωσίασε όλους.



























