vergnügen
vergnügen
fɛɐ̯gny:gng
fegnygng
vergangenverfügen

Ορισμός και σημασία του "vergnügen"στα γερμανικά

vergnügen
01

διασκεδάζω, περνώ ευχάριστα τον χρόνο

Sich amüsieren oder angenehm die Zeit verbringen 
vergnügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergnüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergnügt
ενεστώτα μετοχή
vergnügend
απλός αόριστος
vergnügte
παθητική μετοχή
vergnügt
Παραδείγματα
Die Kinder vergnügen sich im Park. 

Τα παιδιά διασκεδάζουν στο πάρκο.

Das Vergnügen
01

ευχαρίστηση, απόλαυση

Eine angenehme Aktivität oder das Gefühl der Freude 
das Vergnügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vergnügens
πληθυντικός τύπος
Vergnügen
Παραδείγματα
Das Schwimmen ist für ihn ein großes Vergnügen. 

Η κολύμβηση είναι για αυτόν μια μεγάλη ευχαρίστηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store