vergnügen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈɡnyːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "vergnügen"στα γερμανικά

vergnügen
[past form: vergnügte]
01

διασκεδάζω, περνώ ευχάριστα τον χρόνο

Sich amüsieren oder angenehm die Zeit verbringen
vergnügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergnüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergnügt
ενεστώτα μετοχή
vergnügend
απλός αόριστος
vergnügte
παθητική μετοχή
vergnügt
Παραδείγματα
Wir haben uns gestern beim Konzert vergnügt.
Διασκεδάσαμε στη συναυλία χθες.
Das Vergnügen
[gender: neuter]
01

ευχαρίστηση, απόλαυση

Eine angenehme Aktivität oder das Gefühl der Freude
das Vergnügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vergnügens
πληθυντικός τύπος
Vergnügen
Παραδείγματα
Ich hatte das Vergnügen, sie kennenzulernen.
Είχα την ευχαρίστηση να τη γνωρίσω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store