vergolden
vergolden
fɛɐ̯gɔldn
fegawldn

Ορισμός και σημασία του "vergolden"στα γερμανικά

vergolden
01

επιχρυσώνω, καλύπτω με χρυσό

Mit einer dünnen Schicht Gold überziehen, um das Aussehen zu veredeln oder zu schützen 
vergolden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergolde
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergoldet
ενεστώτα μετοχή
vergoldend
απλός αόριστος
vergoldete
παθητική μετοχή
vergoldet
Παραδείγματα
Der Rahmen wurde mit Blattgold vergoldet. 

Το πλαίσιο επιχρυσώθηκε με φύλλο χρυσού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store