Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vergolden
[past form: vergoldete]
01
επιχρυσώνω, καλύπτω με χρυσό
Mit einer dünnen Schicht Gold überziehen, um das Aussehen zu veredeln oder zu schützen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergolde
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergoldet
ενεστώτα μετοχή
vergoldend
απλός αόριστος
vergoldete
παθητική μετοχή
vergoldet
Παραδείγματα
Der Künstler vergoldete die Details der Holzstatue.
Ο καλλιτέχνης επιχρύσωσε τις λεπτομέρειες της ξύλινης προτομής.



























