vergrößern
vergrößern
fɛɐ̯gʁø:sɐn
fegreusn

Ορισμός και σημασία του "vergrößern"στα γερμανικά

vergrößern
01

μεγεθύνω, επεκτείνω

Etwas in seiner Größe oder Ausdehnung erhöhen 
vergrößern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
größern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergrößere
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergrößert
ενεστώτα μετοχή
vergrößernd
απλός αόριστος
vergrößerte
παθητική μετοχή
vergrößert
Παραδείγματα
Der Fotograf vergrößerte das Bild für die Ausstellung. 

Ο φωτογράφος μεγάλωσε την εικόνα για την έκθεση.

02

μεγαλώνω, διευρύνω

In der Größe zunehmen 
vergrößern definition and meaning
Παραδείγματα
Die Bevölkerung der Stadt hat sich in den letzten 10 Jahren verdoppelt. 

Ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε τα τελευταία 10 χρόνια.

03

μεγαλώνω, διευρύνω

Größer werden 
Παραδείγματα
Der Knoten in der Brust hat sich vergrößert. 

Ο κόμβος στο στήθος μεγάλωσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store